ΝΤΙΝΟΣ ΤΑΝΙΤΗΣ

Ο Ντίνος Τανίτης είναι Έλληνας συγγραφέας, με ένα δικό του ιδιότυπο προσωπικό ύφος.

Ντίνος Τανίτης είναι το λογοτεχνικό του όνομα.

Σε αυτόν τον ιστοχώρο θα διαβάζετε τα νεώτερα που τον αφορούν, καθώς και κάποια αποσπάσματα από τα έργα του.

 

Advertisements

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ – Ένα Δυνατό Κοινωνικό Μυθιστόρημα…

Βρείτε κι αποκτήστε το δικό σας αντίτυπο, με όποιον τρόπο προτιμάτε:

  • on-line στο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων “Συμπαντικές Διαδρομές”,
  • τηλεφωνικά στο 2410-236110
  • με απευθείας αγορά σε κάποια από τις εκδηλώσεις “Όψεις του Φανταστικού”, οι οποίες διοργανώνονται κάθε χρόνο στην Αττική και σε όλη την Ελλάδα
  • και σταδιακά σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα και την Κύπρο.

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ – Πρώτη ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ και ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ…

Το κοινωνικό μυθιστόρημα  “ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ” είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις “Συμπαντικές Διαδρομές”.

Norisefygesthie - exofylo

Norisefygesthie - opisthofylo

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου το μεσημέρι στις 14:30μμ, θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του στο “Αθηναίων Πολιτεία” Ακάμαντος 1 & Αποστόλου Παύλου, στην πλατεία Θησείου.

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων “Όψεις του Φανταστικού”, που διοργανώνει ο ίδιος εκδότης.

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 87

Τα παιδιά της Μαρίας, μεγαλωμένα στην πόλη ήταν αλλιώτικα. Ήταν πολύ πιο ανταγωνιστικά από τους άλλους και δεν συμβιβάζονταν με το να δουλεύουν απλά για κάποιο αφεντικό που θα τους επέλεγε με δικά του κριτήρια, όπως τα ξαδέρφια. Ήθελαν και τα τρία τους γνώσεις και γράμματα, τελείωσαν εύκολα όλες τις βαθμίδες της υποχρεωτικής εκπαίδευσης με καλούς βαθμούς και ξετέλεψαν παπάς ο μικρότερος και γραφίστας με δική του επιχείρηση ο μεσαίος. Μόνο όμως ο μεγάλος, ο Κωστής, είχε φόντα για πολύ περισσότερα. Αυτός ήταν και η μεγαλύτερη συμπάθεια του Σταύρου από όλους τους συγγενείς του, αυτό φάνηκε αφότου τον γνώρισε καλά, όταν άρχισε να έρχεται συχνά στα Χανιά που είχε ξεχάσει για χρόνια. Υπήρχε λόγος…

Είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και άρχιζε το Λύκειο ο Κωστής, μόλις είχε αρχίσει να διαβάζει εφημερίδες αντί να τις ξεφυλλίζει απλώς και να ενδιαφέρεται για τα πολιτικά τεκταινόμενα, να προσπαθεί να ξεχωρίσει μέσα του τις έννοιες «αριστερά» και «δεξιά» που διάβαζε κι άκουγε κατά κόρο, το καλοκαίρι κείνον τον χρόνο που ερχόταν ακάθεκτος ο Αντρέας να φέρει την «Αλλαγή». Όλοι οι γνωστικοί που παρακολουθούσαν τα πολιτικά πράγματα στις αρχές των ‘80ς έβλεπαν πως αυτός θα ήταν ο μεγάλος νικητής εκείνων των εκλογών, μετά τα εφτά συν εφτά χρόνια που είπαμε παραπάνω. Τότε που η κάθε ψήφος ήταν πολύτιμη και μετρούσε στο εκλογικό αποτέλεσμα, η κλαδική έστειλε τον λιμενεργάτη Σταύρο από τον Πειραιά στο χωριό του στην Κρήτη να ψηφίσει και κείνος προθυμοποιήθηκε να το κάνει, για να τα έχει καλά με τους καινούριους που θα έπαιρναν την εξουσία.

Τότε είδε μετά από χρόνια τον ανιψιό του, που είχε φτάσει στην εφηβεία. Το πρωί που έφτασε από την Σούδα στο σπίτι της Μαρίας, λίγο πριν ξυπνήσει ο Κωστής, που άκουσε τις φωνές αξημέρωτα και κατέβηκε να δει τον επισκέπτη. Έτσι βρέθηκε μπροστά στον τεράστιο και στιβαρό θείο Σταύρο, που τόσα είχε ακούσει για αυτόν από την μάνα του και τον άλλο θείο τον Σταμάτη, και τώρα μόνο έβλεπε από κοντά, τώρα που μεγάλωσε. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά παρατεταμένα, φιλήθηκαν κιόλας σταυρωτά, μετρούσε ο ένας τον άλλον, δοκίμαζαν την δύναμη τους σε χειραψίες και λαβές. Ξύπνησαν και τα μικρότερα αδέρφια του και ήρθαν κοντά τους.

Στο σπίτι τους στα Χανιά έμεινε και κοιμήθηκε κείνο το ιστορικό βράδυ, το τελευταίο πριν αναλάβει τη χώρα ο Αντρέας. Είχανε στον τοίχο μια φωτογραφία του θείου σε μεγέθυνση, «ενθύμιον Κορέας» έγραφε κάτω- κάτω στο περιθώριο, να ποζάρει περήφανα με την στολή του εκστρατευτικού σώματος της Κορέας, φωτογραφία παλιά και κιτρινισμένη πια που είχε βγάλει από τότε, είχε κι αυτός μια όμοια στο σαλόνι του δικού του σπιτιού. Διαπίστωσε πόσο πολύ μοιάζανε με τον Κωστή, είχε το ίδιο τριχωτό στήθος με δαύτον, όπως και κείνο το τετραγωνισμένο σαγόνι της ισχυρής θέλησης και του δυναμισμού, ακόμη και τα ίδια πυκνά φρύδια που είχε κι αυτός στα νιάτα του. Όσο κανείς άλλος αρσενικός από το σόι, του έμοιαζε τούτος.

 

Σύντομα η συνέχεια…

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 86

Εκεί που κάτω από τις επιλογές του dj ανάμεσα στις επιτυχίες της εποχής που τους στίχους τους δεν καταλάβαιναν, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου, στροβίλιζαν τη νεανική ζωτικότητα τους μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάτω από τις ανταύγειες που με ριπές έριχνε ολόγυρα από το ταβάνι η κλασική ντισκομπάλα πάνω από την πίστα, που δημιουργούσε μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα.

Συνεπαρμένοι πρωτόγνωρα τα χωριατόπαιδα από την επαρχία με τα πολύχρωμα φωτορυθμικά, τους άνετους μαλακούς καναπέδες που ξαπόσταιναν ιδρωμένοι βαριανασαίνοντας, τους δεκάδες καθρέπτες που ήταν καλυμμένοι περιμετρικά οι τοίχοι και περισσότερο με την πολύ έντονη και δυνατή μουσική, που αψηφούσε τα επίπεδα θορύβου.

Πέτυχαν ακριβώς πάνω στην εφηβεία τους τη χρυσή εποχή της μουσικής disco & τους ρυθμούς της Donna Summer, James Brown, Bee Gees, Boney M, City, Gloria Gaybor, Diana Ross και αμέτρητων άλλων ιερών τεράτων της παγκόσμιας μουσικής σκηνής της δεκαετίας του ’70. Που σαν κι άλλοι νέοι τους αναζητούσαν πότε στην μια ντίσκο και πότε στην άλλη. Μοίραζαν τις εξόδους τους ανάμεσα στην Λατώ, την Stork, μα ιδίως την Figaro, τη μοναδική στα Χανιά με  την γυάλινη πίστα (μόνο σε άλλη μια ντίσκο μακριά στην Κέρκυρα υπήρχε η δεύτερη τέτοια), που απογείωνε πραγματικά τον κόσμο, όταν ανέβαινε πάνω να χορέψει.

Όλες τους πολύ κοντά μεταξύ τους, στο κέντρο της πόλης και προτιμητέες από άλλες που άνοιξαν αργότερα πιο απόμερα, στο λιμάνι μα και έξω από τα όρια της πόλης. Σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν κάμποσες όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος για τέτοιου είδους διασκέδαση, διεκδικώντας το κομμάτι τους από την «τρέλα» της εποχής και τα κέρδη που συνεπαγόταν για τους επιχειρηματίες της νύχτας.

 

Σύντομα η συνέχεια…

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 85

Οι επόμενοι μισθοί πήγαιναν διαδοχικά σε άλλα πράγματα που τους έλλειπαν, ή ικανοποιούσαν μια ήδη εδραιωμένη επιθυμία ή μια παρόρμηση της στιγμής. Έτσι αναλώνονταν με το που τους έπαιρναν, για να αποκτήσουν πάραυτα ότι ήθελαν.

Για το μοντέρνο τους ντύσιμο με μπλουτζίν και παπούτσια με ψηλά τακούνια χωρίς κορδόνια, την εποχή που βγήκε το «Πυρετός το Σαββατόβραδο» με τον Τραβόλτα και τελείωσε απότομα τα παντελόνια καμπάνες και τις μαλλιαδούρες των χίππις. Το προσεγμένο τους κούρεμα και χτένισμα σε ακριβό κομμωτήριο κι όχι στον κουρέα, να δείχνουν όπως το είδωλο τους, που πολύ του έφερνε στην όψη ο μεγαλύτερος.

Μα και τα ακριβά τους εισαγόμενα αμερικάνικα τσιγάρα σε σκληρά πακέτα, τα κίτρινα Camel και τα κόκκινα Marlboro που αγόραζαν και κάπνιζαν επιδεικτικά, αφού σνομπάριζαν τα ντόπια Άσσος φίλτρο του Παπαστράτου που κάπνιζαν ο πατέρας τους ο Σταμάτης και ο θείος τους ο Ζαχάρης.

Το πρώτο τους φορητό μονοφωνικό κασετόφωνο PHILIPS με τις μικρές τυποποιημένες πλαστικές κασέτες που γρήγορα έγιναν στοίβα πανύψηλη σε μια γωνία του σπιτιού. Από την οποία διάλεγαν κι άκουγαν Ελληνική μουσική και μόνο για ώρες, αφού οι πολλές ξένες επιτυχίες της εποχής τους άφηναν παγερά αδιάφορους μην γνωρίζοντας την καθόλου ούτε λέξη από την γλώσσα.

Τις κατοπινές συχνές βραδινές εξόδους στα σουβλατζίδικα και τις ψησταριές, τα μπορντέλλα και τις πουτάνες, τους πολλούς κινηματογράφους και τις πρώτες ντισκοτέκ της εποχής. Αφού μάθανε πια για τα καλά τα κατατόπια των Χανιών, γνώρισαν κάποιον κόσμο και κάνανε τις δικές τους παρέες με φίλους που ήταν επίσης στην  ηλικία τους, ξέχωρα από τα μικρότερα ξαδέρφια. Δεν τα ήθελαν δίπλα τους όταν προσπαθούσαν να φλερτάρουν στα μισοσκόταδα, ή όταν εύρισκαν χώρο να ανέβουν κι αυτοί σε μια φίσκα γεμάτη πίστα, εκεί όπου οι επίδοξοι χορευτές λικνίζονταν ασταμάτητα όλο το βράδυ.

 

Σύντομα η συνέχεια…

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 84

Αυτός ήταν που έσωσε μερικά από τα τεχνικά βιβλία τους, από εκείνα τα καλογραμμένα κι ευκολοδιάβαστα για αυτόν, πράσινα της «Βιβλιοθήκης του Τεχνίτη» του ιδρύματος Ευγενίδου, μα αυτά μόνο τα λίγα που του κίνησαν το ενδιαφέρον. Που τα κράτησε κρυφά για πάρτη του, να τα διαβάζει στο περιθώριο από τα μαθήματα του και του έδωσαν τις πρώτες του τεχνικές γνώσεις, αφού ήξερε πως να τα χρησιμοποιήσει πέρα από το να καταλήξουν μαζί με τα υπόλοιπα ως προσάναμμα στην παρασιά στο σπίτι τους στο χωριό, όταν τους έδιωξαν από τη σχολή και τέλειωσε οριστικά κάθε σχέση τους με την δημόσια εκπαίδευση.

Έτσι βγάζανε μπροστά του όλο τον μισθό τους την μέρα του μήνα που γυρνώντας στο σπίτι τον είχανε στην τσέπη και τους γαργαλούσε ως φαίνεται. Μετρούσαν ώρα πολλή και ξεδίπλωναν τσαλακωμένα χαρτονομίσματα επιδεικτικά και με στόμφο, βάζανε μπρός στα μάτια του κάποια φανταχτερά για τα δικά τους μάτια αντικείμενα που είχανε αγοράσει, μπρελόκ, σταυρουδάκια, χαϊμαλιά, ρολόγια, αστραφτερές αλυσίδες, αναπτήρες, φακούς.

Ενίοτε του δίνανε κάποια κέρματα ή ακόμη και κάποιο περισσευούμενο μπλε πενηντάρικο, να έχει για τα δικά του μικροέξοδα. Παρά την πλάκα που του κάνανε όμως περιπαιχτικά, πάντα τον κερνούσανε το απαραίτητο σουβλάκι στην επιστροφή κατά την βόλτα που τους έπαιρνε να κάνουν αντάμα, δείχνοντας τους τα μέρη και τα κατατόπια, αφού τον πρώτο τους καιρό στην πόλη δεν ήξεραν να σύρουν τα πόδια τους παραέξω από την διαδρομή από κει που έμεναν μέχρι εκεί που δούλευαν και πίσω…

Παρόλα τα δώρα που κάνανε, τους μένανε και αρκετά λεφτά για ότι η καρδιά τους και ο εγωισμός τους λαχταρούσε. Για ένα φλόμπερ, ένα ελαφρύ κυνηγετικό όπλο 9mm, που όταν το πρωτοείδαν σε χρήση ήταν η πρώτη τους νεανική επιθυμία από παλιά ως χωριατόπαιδα, που κάλυψαν από κοινού το κόστος του, με τους πρώτους κιόλας μισθούς τους.

Μόλις συγκέντρωσαν το ποσόν της αξίας του, μαζί έτρεξαν κυριολεκτικά και το αγόρασαν από το κατάστημα που το είδαν. Ήταν το μόνο όπλο που ο νόμος επέτρεπε να έχουν οι νεαροί επίδοξοι κυνηγοί της εποχής, αφού βέβαια πρώτα συγκέντρωναν ένα – ένα επιμελώς όλα τα απαραίτητα χαρτιά που νομιμοποιούσαν την αγορά και την κατοχή του.

 

Σύντομα η συνέχεια…